αὐτόχειρος

αὐτό-χειρος, ον, = foreg., Hsch. Adv. -ρως,
A = αὐτοχειρί, Sch. E.Or.1040, v.l. in Hierocl.Facet.152.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐτόχειρος — αὐτόχειρ with one s own hand masc/fem gen sg αὐτόχειρος masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοχείρως — αὐτόχειρος adverbial αὐτόχειρος masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχειρον — αὐτόχειρος masc/fem acc sg αὐτόχειρος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοχείρους — αὐτόχειρος masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτοχείρῳ — αὐτόχειρος masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχειρ' — αὐτόχειρα , αὐτόχειρ with one s own hand masc/fem acc sg αὐτόχειρι , αὐτόχειρ with one s own hand masc/fem dat sg αὐτόχειρε , αὐτόχειρ with one s own hand masc/fem nom/voc/acc dual αὐτόχειρα , αὐτόχειρος neut nom/voc/acc pl αὐτόχειρε , αὐτόχειρος …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αφέντης — ο (θηλ. αφέντισσα, αφέντρα, αφεντού, η) (AM αὐθέντης, ο, Μ και άφέντης) άρχοντας, ηγεμόνας, δυνάστης μσν. νεοελλ. 1. (για τον Θεό) κύριος των πάντων, εξουσιαστής 2. κύριος, αφεντικό 3. ιδιοκτήτης, νοικοκύρης 4. πλούσιος, κτηματίας νεοελλ. 1.… …   Dictionary of Greek

  • αὐτοχείρων — αὐτόχειρ with one s own hand masc/fem gen pl αὐτόχειρος masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόχειρα — αὐτόχειρ with one s own hand masc/fem acc sg αὐτόχειρος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.